καταβασμός

καταβασμός,

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καταβασμός — καταβαθμός descent masc nom sg (attic) καταβασμός descent masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβασμός — ο καταβαθμός·. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατα βι βασ μός με συλλαβική ανομοίωση < κατα βι βά ζω] …   Dictionary of Greek

  • καταβαθμός — ο (Α καταβαθμός και αττ. τ. καταβασμός) μέρος από το οποίο κατεβαίνει κάποιος, κατηφορική δίοδος, κατάβαση νεοελλ. ναυτ. μέρος ακτής χωρίς λιμάνι, κατάλληλο όμως για επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών και εμπορευμάτων, κν. σκάλα αρχ. ως κύριο όν. ὁ …   Dictionary of Greek

  • καταβασμόν — καταβαθμός descent masc acc sg (attic) καταβασμός descent masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.